Δεν θα το πιστέψεις, αλλά όλα ξεκίνησαν από μία προσβολή. Σοβαρά. Ένας φίλος μου, ο Αλέξανδρος, είχε γίνει αφόρητος τελευταία. Κάθε φορά που μαζευόμασταν για μπύρες, άρχιζε το ίδιο τροπάριο: «Εσείς παίζετε στα καζίνο και χάνετε, εγώ έχω σύστημα, εγώ ξέρω». Με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που έχει διαβάσει δύο άρθρα στο ίντερνετ και νομίζει ότι νίκησε τον μαθηματικό νόμο των πιθανοτήτων. Μία Παρασκευή, λοιπόν, τον άκουγα να μιλάει ασταμάτητα και κάτι μέσα μου έσπασε. Του λέω: «Καλά, ρε μάστορα, αφού είσαι τόσο καλός, δείξε μου. Βάλε εσύ 50 ευρώ, βάζω εγώ 50, και βλέπουμε ποιος θα μείνει όρθιος ως το τέλος του βραδιού».
Εκείνος κοκκίνισε. Εγώ γέλασα. Και στο τέλος δεν μπήκε καν στο στοίχημα. Μετά από δυο ώρες τον πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Αλλά εγώ είχα ήδη ανάψει. Όχι από θυμό – από καθαρή περιέργεια. Άνοιξα το κινητό, κάθισα στην κουζίνα, μόνος μου, με ένα ποτήρι φτηνό κόκκινο κρασί που είχε μείνει από προχθές. Τέλεια ατμόσφαιρα για να πάρεις αποφάσεις, σκέφτηκα ειρωνικά. Και αποφάσισα να μπω σε ένα περιβάλλον που ήξερα πια καλά. Μπήκα στο Vavada Καζίνο. Όχι με πλάνο, όχι με τακτική. Απλά με διάθεση να σπάσω πλάκα με τον εαυτό μου. Να δω μήπως τελικά ο Αλέξανδρος είχε δίκιο και εγώ ήμουν απλά άτυχος.
Εκείνο το βράδυ, όμως, τα πράγματα πήραν μία διαφορετική τροπή. Αντί να αρχίσω τα φρουτάκια, όπως έκανα συνήθως, είδα μία προσφορά. Live ρουλέτα. Ένας ντεπόζιτος ντυμένος στα μαύρα, μία ξανθιά ντίλερ που χαμογελούσε πλαστά, παίκτες από όλο τον κόσμο. Και σκέφτηκα: γιατί όχι; Βάζω 20 ευρώ, παίζω μόνο στα κόκκινα, και ότι γίνει. Η πρώτη μπουκιά ήταν γλυκός οίστρος. Δύο νούμερα μέσα, τρία έξω, ύστερα ήρθε ένα 14 μαύρο και έχασα. Τίποτα το ιδιαίτερο. Αλλά τότε – εδώ είναι η φάση – αποφάσισα να τα δώσω όλα σε μία κίνηση. Βάζω τα υπόλοιπα 12 ευρώ μου στο 32, τυφλά. Ναι, καλά διάβασες. Τυφλά. Χωρίς λόγο, χωρίς σύστημα, χωρίς τίποτα.
Η μπίλια έκανε τέσσερις γύρους. Είχαν σταματήσει να αναπνέω. Σταμάτησε στο 32.
Έπαθα πλάκα. Κυριολεκτικά, έμεινα να κοιτάζω για δέκα δευτερόλεπτα μήπως βλέπω λάθος. Το ταμπλό έδειχνε 35 προς 1. Από 12 ευρώ, έγιναν 432 μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. Θυμάμαι ότι γέλασα τόσο δυνατά που ξύπνησα τον Αλέξανδρο. Πετάχτηκε πάνω, μισοκοιμισμένος, με ρώτησε αν κάηκε το σπίτι. Του είπα «κοίτα» και του έδειξα το κινητό. Εκείνος με κοίταξε, μετά κοίταξε την οθόνη, μετά ξαναμε κοίταξε. «Δεν παίζεις στα σοβαρά, ε;» ρώτησε. Του απάντησα: «Απόψε, ίσως και σοβαρότερα από ποτέ».
Το επόμενο μισάωρο ήταν ένα συναίσθημα ανάμεσα σε ντέρμπι και παραλία. Δεν ήθελα να συνεχίσω. Φοβόμουν μην τα χάσω. Αλλά ταυτόχρονα, κάτι μέσα μου ήθελε να δει αν αυτό το κατοστάρικο μπορούσε να γίνει χίλια. Σταμάτησα τη ρουλέτα. Κι έκανα μία από τις πιο έξυπνες κινήσεις που έχω κάνει ποτέ: τα τράβηξα. Τα 400 στην άκρη, τα υπόλοιπα 32 τα άφησα μέσα. Είπα: «Αυτά είναι για τη συνέχεια». Πήρα ανάσα και ξαναμπήκα. Μέσα σε ένα τέταρτο, τα 32 έγιναν 140. Και εκεί, σταμάτησα οριστικά. Ξανατράβηξα.
Το περίεργο είναι ότι δεν ένιωσα απληστία. Συνήθως, όταν κερδίζεις, το σώμα σου ζητάει κι άλλο. Εκείνη τη νύχτα, όμως, η μόνη μου σκέψη ήταν: «θέλω ένα καλό πρωινό αύριο». Όχι ένα αυτοκίνητο, όχι διακοπές. Μια τεράστια πιατέλα με αυγά, μπέικον, φρέσκο χυμό. Γελοίο, ε; Αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Μέσα σε όλο αυτό το Vavada Καζίνο, δεν είδα ποτέ το χρήμα ως σωτηρία. Το είδα ως ξαφνική λάμψη. Σαν να βρήκες ένα πορτοφόλι στο πεζοδρόμιο, αλλά αντί να το γυρίσεις στην αστυνομία, το κράτησες για καφέδες και χαζοχαρούμενες αγορές.
Μετά από τρεις μέρες, ξαναμπήκα. Ήταν Κυριακή απόγευμα, βροχερό, χωρίς καμία διάθεση. Μπήκα στο Vavada Καζίνο, πλήρως χαλαρός, χωρίς προσδοκίες. Έβαλα ένα μικρό δεκάευρο, έπαιξα ένα slot με φρούτα – από αυτά τα κλασικά, καρπούζια, κεράσια, μπανάνες. Δεν κέρδισα τίποτα σημαντικό. 20 ευρώ βγήκαν, 10 χάθηκαν. Αλλά εκείνο το δίωρο ήταν πιο διασκεδαστικό κι από πολιτιστική εκπομπή. Ήξερα πως είχα ήδη μια μικρή περιουσία στην άκρη, και ό,τι έκανα μετά ήταν απλά για το παιχνίδι. Χωρίς άγχος, χωρίς δάγκωμα στ
Εκείνος κοκκίνισε. Εγώ γέλασα. Και στο τέλος δεν μπήκε καν στο στοίχημα. Μετά από δυο ώρες τον πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Αλλά εγώ είχα ήδη ανάψει. Όχι από θυμό – από καθαρή περιέργεια. Άνοιξα το κινητό, κάθισα στην κουζίνα, μόνος μου, με ένα ποτήρι φτηνό κόκκινο κρασί που είχε μείνει από προχθές. Τέλεια ατμόσφαιρα για να πάρεις αποφάσεις, σκέφτηκα ειρωνικά. Και αποφάσισα να μπω σε ένα περιβάλλον που ήξερα πια καλά. Μπήκα στο Vavada Καζίνο. Όχι με πλάνο, όχι με τακτική. Απλά με διάθεση να σπάσω πλάκα με τον εαυτό μου. Να δω μήπως τελικά ο Αλέξανδρος είχε δίκιο και εγώ ήμουν απλά άτυχος.
Εκείνο το βράδυ, όμως, τα πράγματα πήραν μία διαφορετική τροπή. Αντί να αρχίσω τα φρουτάκια, όπως έκανα συνήθως, είδα μία προσφορά. Live ρουλέτα. Ένας ντεπόζιτος ντυμένος στα μαύρα, μία ξανθιά ντίλερ που χαμογελούσε πλαστά, παίκτες από όλο τον κόσμο. Και σκέφτηκα: γιατί όχι; Βάζω 20 ευρώ, παίζω μόνο στα κόκκινα, και ότι γίνει. Η πρώτη μπουκιά ήταν γλυκός οίστρος. Δύο νούμερα μέσα, τρία έξω, ύστερα ήρθε ένα 14 μαύρο και έχασα. Τίποτα το ιδιαίτερο. Αλλά τότε – εδώ είναι η φάση – αποφάσισα να τα δώσω όλα σε μία κίνηση. Βάζω τα υπόλοιπα 12 ευρώ μου στο 32, τυφλά. Ναι, καλά διάβασες. Τυφλά. Χωρίς λόγο, χωρίς σύστημα, χωρίς τίποτα.
Η μπίλια έκανε τέσσερις γύρους. Είχαν σταματήσει να αναπνέω. Σταμάτησε στο 32.
Έπαθα πλάκα. Κυριολεκτικά, έμεινα να κοιτάζω για δέκα δευτερόλεπτα μήπως βλέπω λάθος. Το ταμπλό έδειχνε 35 προς 1. Από 12 ευρώ, έγιναν 432 μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. Θυμάμαι ότι γέλασα τόσο δυνατά που ξύπνησα τον Αλέξανδρο. Πετάχτηκε πάνω, μισοκοιμισμένος, με ρώτησε αν κάηκε το σπίτι. Του είπα «κοίτα» και του έδειξα το κινητό. Εκείνος με κοίταξε, μετά κοίταξε την οθόνη, μετά ξαναμε κοίταξε. «Δεν παίζεις στα σοβαρά, ε;» ρώτησε. Του απάντησα: «Απόψε, ίσως και σοβαρότερα από ποτέ».
Το επόμενο μισάωρο ήταν ένα συναίσθημα ανάμεσα σε ντέρμπι και παραλία. Δεν ήθελα να συνεχίσω. Φοβόμουν μην τα χάσω. Αλλά ταυτόχρονα, κάτι μέσα μου ήθελε να δει αν αυτό το κατοστάρικο μπορούσε να γίνει χίλια. Σταμάτησα τη ρουλέτα. Κι έκανα μία από τις πιο έξυπνες κινήσεις που έχω κάνει ποτέ: τα τράβηξα. Τα 400 στην άκρη, τα υπόλοιπα 32 τα άφησα μέσα. Είπα: «Αυτά είναι για τη συνέχεια». Πήρα ανάσα και ξαναμπήκα. Μέσα σε ένα τέταρτο, τα 32 έγιναν 140. Και εκεί, σταμάτησα οριστικά. Ξανατράβηξα.
Το περίεργο είναι ότι δεν ένιωσα απληστία. Συνήθως, όταν κερδίζεις, το σώμα σου ζητάει κι άλλο. Εκείνη τη νύχτα, όμως, η μόνη μου σκέψη ήταν: «θέλω ένα καλό πρωινό αύριο». Όχι ένα αυτοκίνητο, όχι διακοπές. Μια τεράστια πιατέλα με αυγά, μπέικον, φρέσκο χυμό. Γελοίο, ε; Αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Μέσα σε όλο αυτό το Vavada Καζίνο, δεν είδα ποτέ το χρήμα ως σωτηρία. Το είδα ως ξαφνική λάμψη. Σαν να βρήκες ένα πορτοφόλι στο πεζοδρόμιο, αλλά αντί να το γυρίσεις στην αστυνομία, το κράτησες για καφέδες και χαζοχαρούμενες αγορές.
Μετά από τρεις μέρες, ξαναμπήκα. Ήταν Κυριακή απόγευμα, βροχερό, χωρίς καμία διάθεση. Μπήκα στο Vavada Καζίνο, πλήρως χαλαρός, χωρίς προσδοκίες. Έβαλα ένα μικρό δεκάευρο, έπαιξα ένα slot με φρούτα – από αυτά τα κλασικά, καρπούζια, κεράσια, μπανάνες. Δεν κέρδισα τίποτα σημαντικό. 20 ευρώ βγήκαν, 10 χάθηκαν. Αλλά εκείνο το δίωρο ήταν πιο διασκεδαστικό κι από πολιτιστική εκπομπή. Ήξερα πως είχα ήδη μια μικρή περιουσία στην άκρη, και ό,τι έκανα μετά ήταν απλά για το παιχνίδι. Χωρίς άγχος, χωρίς δάγκωμα στ